Η Πάφος μέσα απο τον χρόνο

Ένας φωτεινός τόπος είναι η Πάφος. Το φως είναι παντού, η σκιά ασήμαντη. Η φωτόλουστη πολιτεία της δυτικής πλευράς του νησιού είναι η πλησιέστερη ακτή της Κύπρου προς τη δύση. Το ήπιο κλίμα, η φωτεινή ατμόσφαιρα, η ποικιλία του τοπίου,τα μνημεία του πολιτισμού και της τέχνης, που είναι κατεσπαρμένα σε όλη την επιφάνεια της γης της, αποτελούν τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της περιοχής. Φως, ήλιος, θάλασσα, τρεις πανάρχαιες λέξεις, που χρησιμοποιούνται και σήμερα από τους ίδιους ανθρώπους στους ίδιους χώρους, σημαδεύουν το χώρο της Πάφου. Στα δυτικά, στα νότια και στα βόρειά της, η Πάφος βρέχεται από τη θάλασσα. Παλιά, ονόμαζαν τις θάλασσες αυτές Κιλικιακό πέλαγος στα βόρεια, Αιγυπτιακό στα νότια και θάλασσα της Παμφυλίας στα δυτικά.

Το φυσικό περιβάλλον διαμορφώνει ένα μοναδικό σε ολόκληρη την Κύπρο κλίμα. Ο χειμώνας, στη σύντομη διάρκειά του, είναι μαλακός, ενώ το καλοκαίρι, που παίρνει το μεγαλύτερο μέρος από τις τέσσερις εποχές, είναι δροσερό. Οι ψυχροί βορινοί άνεμοι σταματούν στα χαμηλά βουνά που βρίσκονται στο κέντρο της περιοχής. Δεν μπορούν να φτάσουν στις παραλιακές πεδιάδες που συμβαδίζουν με τις ακρογιαλιές της Πάφου. Στην πόλη της Πάφου, ο λόφος του Μουσαλλά απείχε, πάντοτε σύμφωνα με τους γεωλόγους, μόνο λίγα μέτρα μακριά από την επιφάνεια της θάλασσας. Στους πρόποδες του λόφου αυτού έφταναν τα κύματα της θάλασσας.

Η Πάφος υπήρξε λίκνο  θρησκειών. Εδώ λατρεύτηκε η ανατολίτισσα θεά Αστάρτη και ελληνοποιήθηκε σε θεά του έρωτα και της γονιμότητας και πήρε το όνομα Αφροδίτη. Ένα όνομα που δέθηκε τόσο πολύ με το χώρο λατρείας της ώστε να ονομάζεται Παφία. Η Παφία Αφροδίτη απαντά σε πολλά κείμενα της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Εδώ, με τον πιο επίσημο τρόπο έγινε η υποδοχή της νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, που και πάλι ξεκίνησε από την Ανατολή. Ο πρώτος χριστιανός ηγεμόνας σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν ο κυβερνήτης της Πάφου, που στα χρόνια εκείνα η Πάφος ήταν η πρωτεύουσα της Κύπρου.

Η αρχαία Πάφος, η Παλαίπαφος, τα σημερινά Κούκλια, στο στόμιο του Διαρίζου, του μοναδικού ποταμού που διατηρεί το νερό του και το καλοκαίρι, ήταν το θρησκευτικό κέντρο που προσείλκυε όχι μόνο τους Κυπρίους, αλλά και κατοίκους των γειτονικών χωρών. Τον περίφημο ναό της Αφροδίτης στην Πάφο τον αναφέρει ο Όμηρος στην Οδύσσειά του (θ 362-366).Όλοι αυτοί οι προσκυνητές έρχονταν στον «ομφαλό της γης», όπως ονόμασαν την Πάφο. Αυτός ήταν ο δεύτερος «ομφαλός της γης». Ο πρώτος ήταν το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο Ησύχιος, που δίνει αυτόν το χαρακτηρισμό στην Πάφο, ο οποίος μάλιστα την τοποθετεί πριν από τους Δελφούς, πιθανό να εννοούσε ότι η Πάφος, εξαιτίας του πιο μεγάλου ιερού της Αφροδίτης συγκέντρωνε εκεί όλους τους Έλληνες, ή επειδή στο κέντρο του ναού βρισκόταν μια κωνόσχημη πέτρα που έμοιαζε με ομφαλό. Η λατρεία της θεάς Αφροδίτης, ξεκινώντας από την Πάφο, ξαπλώθηκε με τον καιρό σε ολόκληρη την Κύπρο. Σημαντικοί ναοί της βρίσκονταν και στο Ιδάλιο, τους Σόλους, τους Γόλγους, στην Αμαθούντα, στο Κίτιο, στη Σαλαμίνα.

Για το όνομα της Πάφου δόθηκαν ήδη από την αρχαιότητα διάφορες ερμηνείες. Έχουμε αναφέρει πιο μπροστά τον Όμηρο, που, εκτός από την ονομαστική αναφορά της Πάφου, μας μίλησε και για το ναό της Αφροδίτης. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν πως η πόλη πήρε το όνομά της από τον Πάφο, τον πατέρα του Κινύρα, που ήταν γιος του Κέφαλου και προερχόταν από την ανατολή. Άλλοι, πάλι, υποστηρίζουν πως το όνομα προήλθε από την Πάφο, γυναίκα αυτήν τη φορά, κόρη του μυθικού Πυγμαλίωνα.

Για τον ιδρυτή της Πάφου, της οποίας η ίδρυση τοποθετείται στο δωδέκατο αιώνα, υπάρχουν επίσης πολλές εκδοχές. Η μια υποστηρίζει πως ο Κινύρας, ο πατέρας του Άδωνη, του αγαπημένου της Αφροδίτης, βασιλιάς και αρχιερέας του ιερού, ίδρυσε την Πάφο. Αυτήν την άποψη υποστηρίζει και ο λατίνος συγγραφέας Τάκιτος. Τον Κινύρα αναφέρει και ο Όμηρος στην Ιλιάδα του. Ο βασιλιάς – αρχιερέας, σύμφωνα με τον Όμηρο, έστειλε στο βασιλιά Αγαμέμνονα, τον αρχηγό των Ελλήνων στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας, δώρο ένα θώρακα (Λ 19-23). Άλλη παράδοση, που την αναφέρει ο Παυσανίας, μιλά για τον αρκάδα βασιλιά της Τεγέας τον Αγαπήνορα, το γιο του βασιλιά Αγκαίου, που είχε ακολουθήσει τον Ιάσονα στην Αργοναυτική εκστρατεία. Ο Αγαπήνορας, ύστερα από την τρωική εκστρατεία, έφτασε, σπρωγμένος από τους ανέμους, στις δυτικές ακτές της Κύπρου, όπου ίδρυσε το βασίλειο της Πάφου. Παρόμοιες παραδόσεις υπάρχουν και για την ίδρυση άλλων πόλεων της Κύπρου, στην ίδια περίοδο, μετά τη λήξη του τρωικού πολέμου. Στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο η Πάφος ήταν ένα από τα εφτά ή τα έντεκα βασίλεια της Κύπρου. Οι βασιλιάδες της Πάφου προέρχονταν από την οικογένεια των Κινυραδών, που όπως είπαμε και παραπάνω, ήταν ταυτόχρονα και οι μεγάλοι αρχιερείς της Αφροδίτης. Στις επιγραφές που βρέθηκαν στην περιοχή, ο βασιλιάς της Πάφου ονομάζεται «Βασιλεύς της Πάφου και Ιερεύς της Ανάσσης».

H Πάφος, μαζί με τα άλλα κυπριακά βασίλεια, είχε υποστηρίξει την επανάσταση των Ιώνων εναντίον των Περσών. Οι Πέρσες, όπως ήταν αναμενόμενο, εισέβαλαν στο νησί και, ύστερα από τη νίκη τους στην πεδιάδα της Σαλαμίνας, κατέλαβαν με μεγάλη ευκολία όλα τα κυπριακά βασίλεια. Το 498 π. Χ. καταλήφθηκε η Παλαίπαφος από τους Πέρσες. Στη διάρκεια της περσικής κυριαρχίας φαίνεται πως τα κυπριακά βασίλεια, ανάμεσα στα οποία βρισκόταν και η Πάφος, διατήρησαν κάποιου είδους αυτονομία, αν κρίνουμε από το δικαίωμα που είχαν τα ίδια να διατηρούν δικό τους νόμισμα, όπως συνέβηκε με το βασίλειο της Σαλαμίνας. Ύστερα από την ήττα των Περσών στις Πλαταιές, ο Παυσανίας ελευθέρωσε μερικές κυπριακές πόλεις, το 478 π. Χ. Υστερότερα, ο Κίμωνας, το 449 π. Χ., απελευθέρωσε το Μάριο και άλλες πολιτείες της Κύπρου από τη φιλοπερσική εξουσία. Οι Πέρσες έγιναν ξανά κυρίαρχοι της Κύπρου, μετά την ειρήνη του Καλλία, όπως ονομάστηκε, το 448 π. Χ., και κυβέρνησαν το νησί χρησιμοποιώντας το φοινικικό στοιχείο εναντίον του ελληνικού. Αργότερα, η Πάφος, μαζί με άλλες πόλεις, ενώθηκαν και έγιναν ένα βασίλειο, κάτω από την εξουσία του βασιλιά Ευαγόρα.

Η Πάφος ήταν μια από τις πόλεις που βοήθησαν το Μεγάλο Αλέξανδρο να καταλάβει την Τύρο. Ο μεγάλος στρατηλάτης άφησε ελεύθερες τις πόλεις της Κύπρου και χρησιμοποίησε τα νομισματοκοπεία τους. Ιδιαίτερα χρησιμοποίησε το νομισματοκοπείο της Πάφου. Οι ανασκαφές στην έπαυλη του Διόνυσου στη Νέα Πάφο, τη σημερινή Κάτω Πάφο, έφεραν στο φως πολλά νομίσματα, αποδεικνύοντας συγχρόνως και με άλλα ευρήματα, πως εκεί υπήρχε ένα αξιόλογο νομισματοκοπείο. Το νομισματοκοπείο αυτό της Πάφου παρέμεινε το πιο σημαντικό στην Κύπρο στη διάρκεια της πτολεμαϊκής περιόδου. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή της Παλαιπάφου έχουν δείξει πως τον 4ο αιώνα π. Χ. η περιοχή βρισκόταν σε μεγάλη οικονομική ακμή. Από τα διάφορα αντικείμενα που έχουν αποκαλυφθεί με τις ανασκαφές φαίνεται ακόμη πως στην περίοδο αυτήν ανάμεσα στην Πάφο και στην Αθήνα υπήρχαν σημαντικές εμπορικές ανταλλαγές. Ιδιαίτερα άφθονα παρουσιάζονται τα αττικά αγγεία. Η επίδραση της αττικής τέχνης είναι επίσης ιδιαίτερα εμφανής στα διάφορα παφίτικα αρχαιολογικά αντικείμενα.

Οι Πτολεμαίοι, που στις αρχές του τέταρτου αιώνα π. Χ. κατάκτησαν την Αίγυπτο, κατέλαβαν την ίδια περίπου εποχή και την Κύπρο. Στην Πάφο βασίλευε ο Νικοκλής, γιος του βασιλιά Τιμάρχου, τελευταίος βασιλιάς των Κινυραδών και μέγας αρχιερέας της θεάς Αφροδίτης.

Με την άνοδο στην εξουσία του Νικοκλή, σημειώνεται μια σημαντική εξέλιξη για την έδρα του βασιλείου της Πάφου. Ο Νικοκλής εγκαταλείπει την Παλαίπαφο και ιδρύει τη Νέα Πάφο, στη σημερινή Κάτω Πάφο, χωρίς βέβαια, η παλιά πόλη να χάσει τη σημασία της ως κέντρου λατρείας της θεάς του έρωτα. Η ίδρυση της Νέας Πάφου, γύρω στο 320 π. Χ., κρίθηκε αναγκαία εξαιτίας, κυρίως, της έλλειψης κατάλληλου λιμανιού στην παλιά πόλη. Το λιμάνι της νέας πόλης μπορούσε να εξυπηρετήσει το εμπόριο, που είχε αναπτυχθεί σημαντικά τον τέταρτο π. Χ. αιώνα.

Μια νέα εποχή αρχίζει για την πόλη της Πάφου, η οποία εξελίσσεται σε ένα σημαντικό πολιτιστικό, οικονομικό και διοικητικό κέντρο. Η απόφαση του Νικοκλή να μετακινηθεί δυτικά η έδρα του βασιλείου της Πάφου, γιατί χρειαζόταν λιμάνι, αποδείχτηκε σωστή. Η πόλη αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο εμπόριο. Ήταν το μεγάλο εμπορικό κέντρο όχι μόνο της νοτιοδυτικής περιοχής του νησιού, αλλά και ολόκληρης της Κύπρου. Για εξακόσια περίπου χρόνια η Πάφος ήταν η πρωτεύουσα της Κύπρου, παραμερίζοντας, κυρίως από το δεύτερο αιώνα π. Χ., τη Σαλαμίνα, που βρισκόταν στην ανατολική ακτή του νησιού. Ο Νικοκλής είχε επίσης οχυρώσει την πόλη και την πορεία του τείχους αυτού μπορεί να τη δει κανείς στα σημερινά ερείπιά του. Στην πόλη μπορούσε να μπει κάποιος από τη μια από τις τέσσερις πύλες του τείχους.

Με το θάνατο του Νικοκλή τελειώνει και η πιο σημαντική κυπριακή δυναστεία των βασιλιάδων – αρχιερέων της Κύπρου. Οι Κινυράδες σβήνουν από την ιστορία της Πάφου. Μαζί τους τελειώνει και η παράδοση του βασιλιά – αρχιερέα. Με τον ενσυνείδητο θάνατο του Νικοκλή ολοκληρώνεται και ο κύκλος ζωής του βασιλείου της Πάφου, που κράτησε χίλια χρόνια περίπου.

Με την πλήρη κατάκτηση της Κύπρου από τους Πτολεμαίους αρχίζει μια νέα περίοδος για ολόκληρο το νησί. Τα βασίλεια, και μαζί με αυτά και το βασίλειο της Πάφου, καταργούνται, η Κύπρος ολόκληρη ενσωματώνεται ως ενιαίος διοικητικός χώρος στο πτολεμαϊκό βασίλειο και η Πάφος ορίζεται ως η πρωτεύουσα του νησιού, ως η «μητρόπολη» όλων των πόλεων της Κύπρου. Οι λόγοι, για τους οποίους η Πάφος ορίστηκε πρωτεύουσα της Κύπρου, ήταν, κατά κύριο λόγο, οικονομικοί και στρατηγικοί: το ιερό της Αφροδίτης εξακολουθούσε να προσελκύει προσκυνητές από όλα τα μέρη του τότε γνωστού κόσμου και η πολιτεία να εισπράττει χρήματα, η Πάφος βρισκόταν πολύ κοντά στην Αλεξάνδρεια, την πρωτεύουσα του πτολεμαϊκού κράτους και η συγκοινωνία ήταν πιο εύκολη από οποιαδήποτε άλλη πόλη της Κύπρου και μακριά από γειτονικές χώρες από όπου μπορούσε να δεχτεί επιθέσεις και γιατί είχε πλούσια δάση για την κατασκευή πολεμικών πλοίων.

Η Πάφος είχε αξιόλογη πολιτιστική ζωή στη διάρκεια της ρωμαϊκής περιόδου. Το θέατρο βρισκόταν σε ακμή και ο μόνος κύπριος θεατρικός συγγραφέας της αρχαιότητας που αναφέρεται είναι ο Σώπατρος, που έζησε τον τρίτο π. Χ. αιώνα και καταγόταν από την Πάφο. Υπολείμματα του θεάτρου σώζονται στο βορειοανατολικό μέρος της πόλης, στην πλαγιά του λόφου που ονομάζεται «Φάβρικα».

Η Νέα Πάφος παρέμεινε πρωτεύουσα της Κύπρου και στη διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Η ζωή στην πόλη δεν άλλαξε και πολύ, γιατί η Ρώμη δεν ήθελε να μεταβάλει τον τρόπο διοίκησης ή των συνηθειών του λαού. Οι Ρωμαίοι ένιωθαν περήφανοι που βρίσκονταν κοντά στο ιερό της Αφροδίτης, γιατί πίστευαν πως η γενιά των Ιουλίων, σύμφωνα με τη μυθολογία τους, καταγόταν από την Αφροδίτη. Ο Ρωμαίος ανθύπατος, ο κυβερνήτης της Κύπρου, είχε την έδρα του στην Πάφο. Ένας από τους πιο φημισμένους ανθυπάτους της Ρώμης, που έμεινε για λίγο στην Πάφο, ήταν ο μεγάλος ρήτορας της αρχαιότητας Κικέρωνας, ο οποίος σε ένα έργο του επαίνεσε τον καλό χαρακτήρα των Παφίων.

Μια μεγάλη συφορά βρήκε την Πάφο δεκαπέντε χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού. Ένας μεγάλος σεισμός μετέβαλε την πόλη σε ερείπια. Η νέα πόλη, που χτίστηκε στη θέση της παλιάς, πήρε το όνομα Σεβαστή (Augusta), ίσως και από το όνομα του τότε αυτοκράτορα της Ρώμης Ιούλιου Αύγουστου Καίσαρα. Γρήγορα η Αυγούστα έγινε μεγάλη πόλη και ο πληθυσμός της έφτασε τις τριάντα χιλιάδες κατοίκους. Επιγραφές των χρόνων εκείνων αναφέρουν την Πάφο ως «ιεράν μητρόπολιν των κατά Κύπρον πόλεων».

Στις αρχές του πρώτου αιώνα μετά τη γέννηση του Χριστού ένα πολύ σημαντικό γεγονός συμβαίνει στην Πάφο, που εξακολουθεί να είναι η πρωτεύουσα της Κύπρου. Την επισκέπτεται ο μαθητής του Χριστού Παύλος. Το κήρυγμά του στην Πάφο άρχισε από τις συναγωγές και τις άλλες συγκεντρώσεις των Ιουδαίων. Ρωμαίος ανθύπατος της Πάφου ήταν ο Σέργιος Παύλος, άνθρωπος μορφωμένος και αυθεντία σε ζητήματα Φυσικών Επιστημών. Ο Σέργιος Παύλος κάλεσε τον Απόστολο των Εθνών για να ακούσει από αυτόν το κήρυγμά του. Ανάμεσα σε αυτούς που τον άκουσαν ήταν και ο μάγος Ελύμας, που αντιδρούσε με κάθε τρόπο στη διδασκαλία του Παύλου. Τότε ο Απόστολος αναγκάστηκε να τον τυφλώσει. Ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος δεν ήθελε άλλη απόδειξη για να πειστεί και να ασπαστεί το Χριστιανισμό.
Η Κύπρος φαίνεται πως έγινε χριστιανικό νησί μετά τον τέταρτο αιώνα, παρόλο που αρκετές αρχαιοελληνικές τελετές επέζησαν και μετά την περίοδο εκείνη. Μετά το κήρυγμα του Παύλου ιδρύθηκε στην Πάφο επισκοπή, η οποία ως σήμερα κρατεί την πρώτη θέση ανάμεσα στις μητροπόλεις του νησιού. Η Πάφος, μαζί με ολόκληρη την Κύπρο, εντάχτηκε στη βυζαντινή αυτοκρατορία, στην οποία έμεινε για οκτώ περίπου αιώνες.

Η μεταφορά της πρωτεύουσας τον τέταρτο αιώνα εξασθένισε την Πάφο όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά, αλλά και εκκλησιαστικά. Οι σεισμοί που συγκλόνισαν την Πάφο τον τέταρτο αιώνα έδωσαν στην πόλη όχι μόνο την καταστροφή και την ερήμωση, αλλά και την υποβάθμισή της ως πρωτεύουσας της Κύπρου. Ενώ στα πρώτα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μετά την αναδιοργάνωση της αυτοκρατορίας από τον Κωνσταντίνο, ο Κυβερνήτης κατοικούσε στην Πάφο, στα μέσα του τέταρτου αιώνα η Σαλαμίνα, που μετονομάστηκε σε Κωνσταντία, ύστερα από την ανοικοδόμησή της από τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο το δεύτερο, γίνεται η διοικητική και εκκλησιαστική πρωτεύουσα της Κύπρου. Η Σαλαμίνα πιθανό να προτιμήθηκε και για στρατηγικούς λόγους. Από τους σεισμούς που έπληξαν την περιοχή, καταστράφηκαν τα κτήρια της αγοράς, του Ωδείου, του Ασκληπιείου και της Οικίας του Διονύσου. Οι σεισμοί αυτοί, σε συνδυασμό με το διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου για το κλείσιμο όλων των αρχαίων ιερών, φαίνεται πως έδωσαν και τη χαριστική βολή στη λατρεία της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο. Ύστερα από λειτουργία πολλών αιώνων, σταμάτησε να υπάρχει ένα από τα πιο σημαντικά λατρευτικά κέντρα του αρχαίου κόσμου και μαζί μ’ αυτό η Πάφος έπαψε να είναι ο «ομφαλός της γης» και να προσελκύει προσκυνητές από όλες τις χώρες της Μεσογείου.

Το λιμάνι της Πάφου άρχισε να αποκτά πάλι κάποια σπουδαιότητα τον πέμπτο και τον έχτο αιώνα με την εξαγωγή μεταξιού. Η βιομηχανία μεταξιού, που αναπτύχθηκε στην Πάφο, εξαιτίας κυρίως των ευνοϊκών κλιματολογικών συνθηκών, από τα χρόνια της βυζαντινής κυριαρχίας ως το τέλος της Αγγλοκρατίας, συνέβαλλε στην αύξηση του χαμηλού εισοδήματος των κατοίκων της περιοχής.

Οι αραβικές, ωστόσο, επιδρομές, που άρχισαν τον έβδομο αιώνα και συνεχίστηκαν ως το δέκατο, επέφεραν μεγάλες καταστροφές στην πόλη της Πάφου. Το βυζαντινό φρούριο της Κάτω Πάφου δείχνει τη μεγάλη φροντίδα που κατέβαλαν οι κάτοικοι της Πάφου για να αποκρούσουν τους αδίστακτους εισβολείς που δεν άφηναν τίποτε όρθιο στο πέρασμά τους. Αποτέλεσμα των επιδρομών αυτών ήταν η μετακίνηση και η ίδρυση μιας νέας πόλης, του Κτήματος, της σημερινής πόλης της Πάφου, για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα. Εκείνος που έσωσε τους κατοίκους της Πάφου και των άλλων παράλιων πόλεων από τις αραβικές επιδρομές το δέκατο αιώνα ήταν ο στρατηγός – αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς. Στη διάρκεια της εκστρατείας του στην Κιλικία και τη βόρεια Συρία, ο βυζαντινός αυτοκράτορας πήρε οριστικά την Κύπρο και την κατέστησε επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αξίζει να σημειωθεί πως στη διάρκεια των τριών αιώνων που κράτησαν οι επιδρομές των Σαρακηνών η Πάφος δέχτηκε πάνω από είκοσι επιδρομές.

Στη βυζαντινή περίοδο, και ιδιαίτερα μετά το δέκατο αιώνα, το λιμάνι της Πάφου γίνεται σημαντικός σταθμός για τους προσκυνητές των Αγίων Τόπων. Μια αξιόλογη εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία τη Λιμενιώτισσα ήταν το προσκύνημα όλων εκείνων των προσκυνητών της Ιερουσαλήμ. Πολλοί από τους προσκυνητές αυτούς ήταν βασιλιάδες ή μεγάλες προσωπικότητες της Δύσης. Εδώ στη γη της Πάφου άφησε την τελευταία του πνοή, μη αντέχοντας στις κακουχίες του μακρινού και τρομερά δύσκολου ταξιδιού του, ο βασιλιάς της Δανίας Ερρίκος ο πρώτος, που φιλοξενούμενος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλεξίου πήγαινε από την Κωνσταντινούπολη στους Αγίους Τόπους. Πέθανε στην Πάφο το 1103 και κηδεύτηκε με τιμές στον καθεδρικό ναό της πόλης. Αναφέρονται ακόμη τα ονόματα του Γουέλφου, δούκα της Βαυαρίας και του Αμεδαίου, κόμη της Σαβοΐας, οι οποίοι πέθαναν στην Πάφο.

Σημαντικός άγιος της Ορθοδοξίας, που έζησε στην Πάφο τον εντέκατο αιώνα ήταν ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος, του οποίου το μοναστήρι βρίσκεται λίγα μόνο χιλιόμετρα στα βόρεια της σημερινής πόλης της Πάφου.

Στην αρχή της φραγκικής κατοχής του νησιού, που κράτησε κάπου τέσσερις αιώνες, η Πάφος ήταν μια από τις τέσσερις αρχικές επαρχίες του βασιλείου. Το λιμάνι της Πάφου, παρόλο που δεν μπορούσε να συγκριθεί σε σπουδαιότητα με εκείνο της Αμμοχώστου, ήταν το πιο σημαντικό στις δυτικές ακτές της Κύπρου. Ήταν ένα από τα λιμάνια της Κύπρου που περιλήφθηκαν στα εμπορικά προνόμια που παραχωρήθηκαν από τους Λουζινιανούς στους Γενουάτες, το 1232. Ανάμεσα στα κτήρια που άφησαν οι Λουζινιανοί στην Πάφο είναι και το φρούριο των Σαράντα Κολόνων που δεσπόζει στο λιμάνι. Το φρούριο αυτό καταστράφηκε εντελώς από το σεισμό του 1222.

Η Πάφος, στη σύγκρουση που ξέσπασε στην Αμμόχωστο ανάμεσα στους Ενετούς και στους Γενουάτες, στη διάρκεια της στέψης του Πέτρου του δεύτερου το 1372, είχε να καταβάλει το δικό της τίμημα σε ανθρώπινο υλικό και σε καταστροφές. Στη διάρκεια του πολέμου ανάμεσα στους δυο ξένους κυριάρχους της Κύπρου, οι Γενουάτες κατέλαβαν τα κάστρα του λιμανιού της Πάφου. Παρ’ όλες τις επιθέσεις από τα κυπριακά στρατεύματα, που χρησιμοποίησαν και το «υγρό πυρ», τα κάστρα της Πάφου άντεξαν. Με τη συμφωνία, ωστόσο, που έκλεισαν το 1374, οι Γενουάτες εγκατέλειψαν όλα τα οχυρά, εκτός από το λιμάνι της Αμμοχώστου. Λίγα χρόνια υστερότερα, το 1391, ο βασιλιάς Ιάκωβος διόρθωσε τα οχυρωματικά έργα της Πάφου. Σημαντικά μνημεία της φραγκοκρατίας στην Πάφο είναι τα φραγκικά λουτρά, ο φράγκικος καθεδρικός ναός και η φραγκισκανή εκκλησία. Όταν η βασίλισσα της Κύπρου Καρλότα συγκρούστηκε με τον αδερφό της Ιάκωβο το Νόθο για την κυριαρχία του νησιού, η Πάφος βρισκόταν άλλοτε κάτω από την κυριαρχία του ενός και άλλοτε του άλλου ηγεμόνα. Με την επικράτηση του Ιάκωβου, η Πάφος, όπως, εξάλλου, και η υπόλοιπη Κύπρος, υποτάχτηκε στους Ενετούς, γιατί ο Ιάκωβος χρησιμοποίησε τα στρατεύματα των Ενετών, όπως και των Μαμελούκων, εναντίον της αδερφής του. Αυτό ήταν και το τέλος των Λουζινιανών στην Κύπρο. Ο Ιάκωβος ο δεύτερος νυφεύτηκε την Κατερίνα Κορνάρο, γόνο ευγενικής οικογένειας της Βενετίας. Μετά το θάνατο του Ιακώβου, που συνέβηκε λίγους μήνες μετά το γάμο του και που προήλθε από δηλητηρίαση, η Ενετία έγινε και επίσημα η κυρίαρχη δύναμη στην Κύπρο. Τα κάστρα της Πάφου, μαζί με εκείνα της Κερύνειας και της Λεμεσού, καταλήφθηκαν από το στόλο της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Ενετίας.
Η Πάφος έπεσε σε μαρασμό και παρακμή μετά το σεισμό του 1222. Η παρακμή της αυτή συνεχίστηκε και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε πως η Πάφος στη διάρκεια της ενετικής κατοχής παρέμεινε το οικονομικό και εμπορικό κέντρο της νοτιοδυτικής Κύπρου και το λιμάνι της εξακολούθησε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη στρατιωτική ζωή της περιοχής. Τα προϊόντα που εξάγονται από το λιμάνι της Πάφου την περίοδο αυτή είναι, κυρίως, μετάξι, βαμβάκι και ζάχαρη.

Το δέκατο πέμπτο αιώνα, οι Μαμελούκοι εισέβαλαν στην Πάφο και ερήμωσαν τα Κούκλια, την Παλαίπαφο. Η περιοχή αυτή ήταν φυτεμένη με ζαχαροκάλαμο και διέθετε εργοστάσιο για την παραγωγή και επεξεργασία της ζάχαρης. Οι πρώτες μαρτυρίες για την ύπαρξη της σημερινής πόλης της Πάφου, που λέγεται και Κτήμα, απαντούν σε φράγκους συγγραφείς, παρόλο που είναι βέβαιο πως η περιοχή αυτή κατοικείτο από τα πολύ παλιά χρόνια. Οι ανασκαφές που έγιναν στην περιοχή της νέας πρωτεύουσας της επαρχίας Πάφου έφεραν στο φως αντικείμενα που ανάγονται στο νεολιθικό και το μυκηναϊκό πολιτισμό. Πιθανό, σε απόμακρες εποχές το Κτήμα να ήταν μια μεγάλη νεκρόπολη. Πάντως, ως την τουρκική κατάκτηση η πόλη της Πάφου ήταν ένα προάστιο της Νέας Πάφου. Το όνομα της νέας πόλης θα προήλθε από το «βασιλικό κτήμα», όπως λεγόταν στα χρόνια της φραγκοκρατίας, γιατί είχε παραχωρηθεί από τον πρώτο φράγκο βασιλιά της Κύπρου, τον Γκυ ντε Λουζινιάν στον Αμορί, πρώην κοντόσταυλο της Ιερουσαλήμ. Με την αποβολή του επιθέτου «βασιλικό», έμεινε το ουσιαστικό Κτήμα. Στο σημερινό Κτήμα υπήρχαν στα χρόνια της φραγκοκρατίας πολλά περιβόλια και αρκετά νερά, γεγονός που έκαμνε τους ευγενείς της αυλής να καταφεύγουν εκεί για παραθερισμό ή για μόνιμη εγκατάσταση.
Η πρώτη αναφορά της πόλης της Πάφου γίνεται από τον Πέρο Ταφούρ, έναν ισπανό ευπατρίδη, που επισκέφτηκε την Πάφο το 1436.

Η Πάφος, μαζί με την υπόλοιπη Κύπρο, έπεσε στα χέρια των Τούρκων και έγινε το κέντρο μιας από τις πέντε επαρχίες του νησιού. Στη διοίκηση της Πάφου υπάγονταν τέσσερα διαμερίσματα ή κατιλίκια, η Πάφος, τα Κούκλια, η Χρυσοχού, η Αυδήμου. Στρατιωτικά την Πάφο διοικούσε ένας πασάς και υστερότερα, στα μέσα του 17ου αιώνα, από έναν μπέη. Όλη η Κύπρος υπαγόταν διοικητικά στο Μέγα Βεζίρη, που διόριζε το γενικό διοικητή του νησιού, τον πασά, που είχε την έδρα του στη Λευκωσία.  Στην Πάφο είχε την έδρα του και ο περιφερειακός δικαστής, ο καδής.
Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Κάτω Πάφος εγκαταλείφθηκε και πρωτεύουσα της επαρχίας έγινε η σημερινή πόλη της Πάφου. Όλες οι αρχές ήρθαν στην Πάφο και έτσι η πόλη άρχισε σιγά – σιγά να μεγαλώνει. Εδώ είχε την έδρα του ο ένας από τους δύο κατώτερους διοικητές της Κύπρου. Ο άλλος έμενε στην Αμμόχωστο. Στα μέσα του 18ου αιώνα το Κτήμα περιλάμβανε 45 χωριά, στα οποία κατοικούσαν συνολικά 691 οικογένειες χριστιανών φορολογουμένων. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, η Πάφος ήταν μια από τις έξι επαρχίες της Κύπρου και αυτό συνεχίστηκε ως την αγγλοκρατία. Οι Τούρκοι μετέτρεψαν αρκετές χριστιανικές εκκλησίες σε τζαμιά. Στις 9 Ιουλίου 1821 η Πάφος, όπως και οι άλλες πόλεις και χωριά της Κύπρου, πλήρωσε φόρο αίματος στους Τούρκους. Οι κατακτητές είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι στην Κύπρο θα άρχιζε επανάσταση, όπως συνέβηκε και στην Ελλάδα. Για το λόγο αυτό συγκέντρωσαν τους αρχηγούς των Κυπρίων στη Λευκωσία και άλλους από αυτούς αποκεφάλισαν και άλλους κρέμασαν. Ανάμεσα στους αρχιερείς που αποκεφαλίστηκαν από τον άγριο τούρκο διοικητή της Κύπρου Κιουτσούκ, ήταν και ο Μητροπολίτης της Πάφου Χρύσανθος. Εκτός από το μητροπολίτη, αποκεφαλίστηκαν στην πλατεία σεραγίου ο Χριστούδιας και ο Χατζηζαχαρίας, γραμματείς των δημογερόντων της πόλης του Κτήματος. Στήλη με τα ονόματα των εκτελεσθέντων από τους Τούρκους βρίσκεται έξω από την εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου, του καθεδρικού ναού της Πάφου. Το μητροπολίτη Χρύσανθο διαδέχτηκε στο θρόνο της Πάφου, στις δύσκολες εκείνες περιόδους για την εκκλησία και για ολόκληρο τον Ελληνισμό της Κύπρου, ο Πανάρετος, ο οποίος υστερότερα έγινε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Την περίοδο της τουρκοκρατίας, αλλά και υστερότερα, οι εκκλησιαστικοί ηγέτες των Κυπρίων ήταν και οι πολιτικοί τους ηγέτες. Οι Τούρκοι πάντοτε μαζί τους συνεννοούνταν για τη διοίκηση του νησιού και από αυτούς ζητούσαν ευθύνη για οτιδήποτε συνέβαινε στην Κύπρο.

Οι Τούρκοι, φεύγοντας από την Κύπρο στα 1878, άφησαν πίσω τους ένα φτωχό και ταλαιπωρημένο λαό και ένα σχεδόν έρημο τόπο. Τα μόνα μνημεία που άφησαν στην Πάφο ήταν μερικοί μιναρέδες πάνω από τις χριστιανικές εκκλησίες.

Οι νέοι κυρίαρχοι της Κύπρου, οι Άγγλοι, χώρισαν το νησί σε έξι επαρχίες και σε υποδιοικήσεις ή υποδιαμερίσματα. Η Πάφος, μια από τις έξι επαρχίες, χωρίστηκε στα διαμερίσματα Κτήματος, Κελοκεδάρων και Χρυσοχούς. Οι κατακτητές επέτρεψαν να λειτουργήσει κάποια στοιχειώδης αυτοδιοίκηση. Στην πόλη της Πάφου εκλεγόταν δήμαρχος. Ο πρώτος δήμαρχος που εκλέγηκε ήταν Τούρκος, αλλά από το 1880 και ύστερα δήμαρχοι της πόλης ήταν Έλληνες, με μοναδική εξαίρεση την περίοδο 1895 – 1907, στην οποία πρόεδρος της δημοτικής επιτροπής ήταν Άγγλος.

Η Πάφος δεν έλειψε από κανένα αγώνα της Ελλάδας. Από την επανάσταση του 1821, ως τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 – 1913 έδινε πάντοτε το «παρόν» της με άνδρες που ξεκινούσαν είτε από την πόλη της Πάφου, είτε από χωριά της επαρχίας για να πολεμήσουν για την ελευθερία της Ελλάδας, που την θεωρούσαν μητέρα πατρίδα. Το ίδιο επανέλαβαν και το 1940, με τον πόλεμο στην Αλβανία και υστερότερα στη Μέση Ανατολή.

Το 1922, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, αρκετοί πρόσφυγες κατέφυγαν στην Πάφο. Ο λαός της Πάφου αγκάλιασε με στοργή τους ξεριζωμένους αδερφούς του. Το 1925 η Κύπρος ανακηρύχτηκε αποικία του βρετανικού στέμματος. Στα 1931 ξέσπασε στην Κύπρο εξέγερση εναντίον της αγγλικής κυριαρχίας, με σύνθημα την ένωση, με την πυρπόληση του Κυβερνείου στη Λευκωσία. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν σε αιματηρά. Στην Πάφο έγιναν συγκεντρώσεις στις οποίες μίλησαν διάφοροι ρήτορες οι οποίοι τόνισαν την ανάγκη για την εκδίωξη του άγγλου κατακτητή. Μερικά από τα αποτελέσματα της εξέγερσης του 1931 ήταν η φυλάκιση ή η εξορία των πρωτεργατών, η αφόρητη καταπίεση του λαού, η επιβολή περιορισμών στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων μέσης εκπαίδευσης, ο πλήρης έλεγχος των δημοτικών σχολείων, η παρεμπόδιση της ελεύθερης άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος και η απόφαση της αποικιακής κυβέρνησης οι δικηγόροι να σπουδάζουν μόνο στην Αγγλία. Όταν στα 1932 πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, τοποτηρητής του ορίστηκε, σύμφωνα με το Καταστατικό της Εκκλησίας της Κύπρου, ο μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος, ο οποίος αργότερα ανακηρύχτηκε Αρχιεπίσκοπος.
Στην Πάφο εκδηλώθηκε για μια ακόμη φορά η επιθυμία για ελευθερία στους γιορτασμούς για τη στέψη της βασίλισσας της Αγγλίας Ελισάβετ της Δεύτερης, τον Ιούνιο του 1953. Ο λαός, με πρωτοπόρους τους μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου, ξεχύθηκε στους δρόμους για να εκδηλώσει έντονα την αντίδρασή του στον κατακτητή. Οι πανηγυρισμοί για τη στέψη της βασίλισσας που επρόκειτο να γίνουν στο Ιακώβειο Γυμναστήριο με μεγάλη μεγαλοπρέπεια ουσιαστικά ακυρώθηκαν γιατί οι μαθητές κατέβασαν τα σύμβολα της Μεγάλης Βρετανίας και εμπόδιζαν τους προσκεκλημένους να μπουν στο γήπεδο. Πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε στα γεγονότα αυτά ο ήρωας του 1955 – 1959 Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Τα γεγονότα της Πάφου έδειξαν πως ο λαός ήταν έτοιμος για τον ξεσηκωμό, που δεν άργησε να έρθει.
Η Πάφος ήταν η μοναδική πόλη από ολόκληρη την αχανή βρετανική αυτοκρατορία στην οποία συνέβησαν αυτά τα γεγονότα τη μέρα της στέψης της βασίλισσας της Αγγλίας.

Το Σεπτέμβριο του 1953, ισχυρός σεισμός έπληξε την Πάφο. Σκοτώθηκαν σαράντα άτομα και τραυματίστηκαν άλλα εκατό. Χιλιάδες σπίτια, δημόσια κτήρια και εκκλησιές, είτε καταστράφηκαν εντελώς, είτε έπαθαν μεγάλες ζημιές.

Σημαντικός ήταν ο ρόλος της Πάφου στην ένοπλη εξέγερση του λαού της Κύπρου εναντίον των Άγγλων, το 1955 – 1959. Το πρώτο καράβι, που ήρθε κρυφά από την Ελλάδα, φέρνοντας όπλα στους Κυπρίους αγωνιστές, συνελήφθη έξω από τις ακτές της Πάφου, κοντά στη Χλώρακα και το πλήρωμά του συνελήφθη από την αποικιοκρατική αστυνομία, δικάστηκε και φυλακίστηκε. Ο τελευταίος ήρωας του αγώνα, που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους ήταν ο μαθητής του Ελληνικού Γυμνασίου της Πάφου Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Στη διάρκεια της αγγλοκρατίας η Πάφος είχε αναπτύξει, χάρη στις προσπάθειες φωτισμένων ανθρώπων της πόλης, μεγάλη πνευματική και εκπαιδευτική δράση. Λογοτέχνες από την Ελλάδα επισκέπτονταν την Πάφο και έδιναν διαλέξεις για θέματα που απασχολούσαν την πνευματική ζωή της Ελλάδας και της Κύπρου, πνευματικά σωματεία, όπως ο «Κινύρας», που ιδρύθηκε από το Λοΐζο Φιλίππου, είχαν μια αξιόλογη παρουσία και δράση, εφημερίδες κυκλοφορούσαν από τα πρώτα χρόνια της αγγλοκρατίας, λογοτεχνικά περιοδικά, όπως η Πάφος, είχαν πανελλήνια ακτινοβολία, ποίηση και πεζογραφία έχουν να επιδείξουν σημαντικά έργα, και φιλολογικές εκδηλώσεις, όπως οι «Παλαμικές Γιορτές», που οργανώθηκαν από το Χριστόδουλο Γαλατόπουλο, είναι άξιες λόγου.

Με την ανακήρυξη την Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960, η Πάφος μπήκε σε μια νέα περίοδο ανάπτυξης, νιώθοντας ιδιαίτερη περηφάνια, γιατί ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ΄, καταγόταν από την Παναγιά της Πάφου. Νέοι δρόμοι, νέα γεφύρια χτίστηκαν, νέες βιομηχανίες ιδρύθηκαν και η γεωργία πήρε μεγάλη ανάπτυξη. Κατά τη διάρκεια των χρόνων αυτών η τουριστική βιομηχανία άρχισε να παίρνει την ανοδική της πορεία. Γενικά η περίοδος του 1960 – 1974 ήταν μια από τις καλύτερες για την οικονομική ανάπτυξη της Πάφου.

Συνέβησαν, ωστόσο, την περίοδο αυτήν, και μερικά δυσάρεστα γεγονότα, που επηρέασαν αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη ολόκληρου του νησιού και, φυσικά, της Πάφου. Το Δεκέμβρη του 1963, έγιναν βίαιες συγκρούσεις στη Λευκωσία, ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους. Λίγους μήνες υστερότερα, το Μάρτη του 1964, έγινε ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους της πόλης της Πάφου. Οι συγκρούσεις είχαν αρχίσει στις 27 Δεκεμβρίου και κορυφώθηκαν με τη μάχη του Κτήματος, που διάρκεσε τρεις μέρες, από τις 9 ως τις 11 Μαρτίου 1964. Κέντρο των συγκρούσεων ήταν η αγορά του Κτήματος και η τουρκική συνοικία του Μούταλου.  Οι Έλληνες και οι Τούρκοι, που ζούσαν για αιώνες μαζί και που συνεργάζονταν σε όλους τους τομείς χωρίς προβλήματα, συγκρούστηκαν βίαια, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πολλά θύματα. Λίγους μήνες μετά τις μάχες του Κτήματος, τον Αύγουστο του 1964, οι Παφίτες αγωνίστηκαν στην Τηλλυρία εναντίον των Τούρκων που βομβάρδισαν την περιοχή. Η Πάφος πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στις μάχες της Τηλλυριάς για την κατάληψη των υψωμάτων του Λωρόβουνου. Αρκετοί Ελληνοκύπριοι σκοτώθηκαν από τις επιθέσεις της τουρκικής αεροπορίας, που χρησιμοποιούσε βόμβες ναπάλμ. Οι περισσότεροι νεκροί ανήκαν στην υγειονομική μονάδα που βομβαρδίστηκε στο νοσοκομείο του Παχύαμμου.

Στις 15 Ιουλίου 1974, όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και των κυπρίων συνεργατών της, εναντίον του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ΄, η Πάφος μεταβλήθηκε σε πραγματικό οχυρό αντίστασης. Ο Πρόεδρος Μακάριος, ύστερα από το βομβαρδισμό και την πυρπόληση του προεδρικού μεγάρου, κατέφυγε στην Πάφο και μέσω του Ελεύθερου Ραδιοσταθμού της πόλης, που άρχισε να λειτουργεί από τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος, απεύθυνε διάγγελμα προς τον κυπριακό λαό ζητώντας από τους πολίτες να αντισταθούν εναντίον των πραξικοπηματιών.

Άμεσο αποτέλεσμα του πραξικοπήματος ήταν η τουρκική εισβολή, στις 20 Ιουλίου 1974, η οποία προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Κύπρο. Χιλιάδες οι νεκροί και οι αγνοούμενοι, δεκάδες χιλιάδες οι Έλληνες Κύπριοι, που εξαναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους και να προσφυγοποιηθούν στον ίδιο τον τόπο τους. Η Πάφος βομβαρδίστηκε κατά τη διάρκεια της εισβολής από τα τουρκικά αεροπλάνα αδιακρίτως. Έγιναν επίσης μάχες σε πολλές περιοχές της Πάφου ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους, ιδιαίτερα στην τουρκική συνοικία της πόλης.

Ύστερα από την τουρκική εισβολή, η οποία έφερε και αρκετούς πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην τουρκική συνοικία της πόλης, άρχισε ο αγώνας για επιβίωση και οικονομική ανόρθωση. Επειδή οι δυο σημαντικές τουριστικές περιοχές της Κύπρου, η Αμμόχωστος και η Κερύνεια, βρίσκονταν κάτω από την κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων, δόθηκε μεγάλη σημασία στην τουριστική ανάπτυξη της Πάφου. Κατασκευάστηκε το διεθνές αεροδρόμιο, χτίστηκαν νέα ξενοδοχεία και κέντρα αναψυχής για την εξυπηρέτηση των τουριστών που έρχονται από όλα τα μέρη του κόσμου για να απολαύσουν τις φυσικές ομορφιές, να ξεκουραστούν και να επισκεφτούν τους ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής.

Σήμερα η Πάφος, φωτεινή όπως πάντα, απλώνεται πάνω στο λόφο που δεσπόζει της μικρής κοιλάδας, που πρασινίζει μπροστά από τη θάλασσα. Χαίρεται το δροσερό και μυρωμένο αέρα που ξεκινά από τη θάλασσα, περνά από το Μουσαλά και τη Μητρόπολη, την αγορά και τις πλατείες, φέρνοντας μαζί του τη φωνή των αιώνων που πέρασαν, αφήνοντας ο καθένας τα δικά τους αχνάρια. Η είσοδος της πόλης, με το μνημείο των πεσόντων, με την πλατεία Σολωμού, το Δημόσιο Κήπο, την παράταξη των νεοκλασικών δημόσιων εκπαιδευτηρίων, τις πλατείες Κωστή Παλαμά και 28ης Οκτωβρίου, το Δημοτικό Μέγαρο, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη θυμίζει πόλη της κλασικής Ελλάδας φερμένη σε μια νεότερη εποχή πολλούς αιώνες μετά. Την ιστορία της πόλης αυτής μπορείς να την ανιχνεύσεις στα σπασμένα μάρμαρά της, στα παλιά της κτήρια, στις πέτρες που απέμειναν από τον πολύ το χρόνο που πέρασε και τις καταστροφές που επέφεραν σ’ αυτές οι ποικίλοι κατακτητές, και στον ίδιο τον κόσμο της. Ο πολίτης της Πάφου, που ζει μια άνετη ζωή, χάρη στην ευμάρεια που επικρατεί εξαιτίας της οικονομικής ανάπτυξης της πόλης, που δεν έχει να ζηλέψει καμιά πόλη της Ευρώπης, εξακολουθεί να είναι ο ίδιος με τον πολίτη που περιγράφει ο Κικέρωνας στην επιστολή του προς το Γάιο Σεξτίλο Ρούφο: ένας πολίτης που αξίζει να το γνωρίσεις για να τον εκτιμήσεις.

Α. Κ. Φυλακτού,
Δεκαπενταύγουστος του 2010